Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Τάσος Θεοφίλου: από την εκδίκηση και τον παραδειγματισμό της αδικίας των δικαστών στην κτηνωδία των ΕΚΑΜ του ΣΥΡΙΖΑ

Με βάλαν σ’ ένα τζιπάκι και μαζί μου μπήκαν άλλοι τέσσερις –δυο αντιτρό και δυο εκαμίτες.

Ο οδηγός –αυτός ήταν πάντα στη συνοδεία μου όταν με περιέφεραν σαν κάποιου είδους τρόπαιο από την Ευελπίδων στη ΓΑΔΑ και πίσω για Λουκάρεως– μου ευχήθηκε καλό ταξίδι και καλή δύναμη.

Εγώ τον ευχαρίστησα και του είπα: Επίσης.

Μετά του είπα: Χάρηκα που επιτέλους γνωριζόμαστε κι από κοντά.

Δεν του είπα: Στην πραγματικότητα μου φαίνεστε πιο μαλάκες κι απ’ όσο σας περίμενα.

Την προηγούμενη μέρα, στο υπόγειο γκαράζ της Λουκάρεως κι ενώ περιμέναμε για κάποιον άγνωστο σ’ εμένα λόγο μερικά λεπτά μόνοι μας στο τζιπάκι, έψαχνε σταθμούς στο ράδιο και με ρώτησε ευγενικά αν έχω κάποια προτίμηση. Φυσικά και μου έκαναν εντύπωση οι τρόποι του καθώς έψαχνα για μέρες μια κίνηση όχι εντελώς εχθρική να ανασάνω. Το πρόσωπό του δεν το είδα ποτέ κάτω από την κουκούλα. Μόνο τον λεπτό άτριχο πήχη του χεριού του στολισμένο με πολλά μαύρα πλαστικά βραχιόλια θυμάμαι καθώς άλλαζε ταχύτητες και την κάπως καρτουνίστικη φωνή του.



Υπολόγιζα ότι έχουμε μπροστά μας κάτι λιγότερο από τρεις ώρες. Ανυπομονούσα να φτάσουμε στη φυλακή. Όχι τόσο επειδή οι καρποί μου είχαν πρηστεί από τις χειροπέδες και οι ώμοι μου είχαν πιαστεί καθώς ήμουν πισθάγκωνα δεμένος για μέρες όσο για να φύγω από τα μολυσμένα χέρια τους.


Είναι αλήθεια ότι καθόλου ευχάριστη εμπειρία δεν υπήρξε η εφταήμερη φιλοξενία στον 12ο. Αυτοί θέλουν να μου καταστρέψουν τη ζωή. Κι αφού είναι έτσι, τότε τουλάχιστον να μην τους βλέπω. Δεν πέρασα ωραία μαζί τους.

Σωματικά, εκτός ίσως από μια κλωτσοπατινάδα, τα πράγματα ήταν ήπια στην ανάκριση. Στεκόμουνα όρθιος την περισσότερη ώρα με τα χέρια δεμένα πίσω και στο κεφάλι φορούσα κουκούλα. Κατά διαστήματα τα ζεύγη των ανακριτών άλλαζαν. Τότε με βάζανε να καθίσω, με δένανε στην καρέκλα και ξεκινούσαν οι ίδιες απειλές, οι ίδιες προειδοποιήσεις και η προσφορά των ίδιων ανταλλαγμάτων διατυπωμένα με λίγο διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Αυτό πέρασε.

Το χειρότερο ήταν το δεύτερο 24ωρο που με ρίξανε σ’ ένα κρατητήριο χωρίς παράθυρο.

Κάποιο κελί ένα επί τρία, του οποίου η επιφάνεια καλυπτόταν από ένα αποκαρδιωτικά βρώμικο στρώμα, ενώ από το ταβάνι κρεμόταν μια λάμπα πάντα αναμμένη ώστε να μην καταλαβαίνω ποτέ αν είναι μέρα ή νύχτα. Κάθε τρία λεπτά, κατά τους υπολογισμούς μου, χτυπούσαν με δύναμη τη μεταλλική πόρτα προκαλώντας έναν τρομερό κρότο. Μόλις έκλειναν τα μάτια μου, εξαντλημένος από την αϋπνία, την αφαγία, τη δίψα και την αγωνία, κάποιος καργιόλης προκαλούσε ξανά αυτόν τον κρότο που δεν μπορούσα να συνηθίσω με τίποτα, συνοδεύοντάς τον από καθόλου κολακευτικούς για το πρόσωπό μου χαρακτηρισμούς. Το αυτό κράτησε για ένα ολόκληρο 24ωρο και θα επαναλαμβανόταν περίπου 480 φορές μετατρέποντας τα νεύρα μου σε ηλεκτροφόρα καλώδια.

Τις επόμενες ημέρες θα άρχιζα να καταλαβαίνω περίπου τι ώρα είναι από τις εξωτερικές επισκέψεις μου στα διάφορα δικαστικά μέγαρα, καθώς και από τα καλημέρα-καληνύχτα που αντάλλασσαν μεταξύ τους οι φρουροί μου στην αλλαγή της βάρδιας.

Κοιτούσα το δρόμο Αθηνών-Λαμίας, την εθνική οδό, και προσπαθούσα λαίμαργα να αποτυπώσω όσο ορίζοντα χωρούσαν τα μάτια μου. Αυτοί άκουγανΈφη Θώδη και η ατμόσφαιρα είχε κάτι πανηγυρικό, ως ο απόηχος της επιτυχίας τους που δεν ήταν άλλη από τη σύλληψή μου. Το γιόρταζαν σα να μην είμαι μπροστά. Καμιά λεπτότητα, καμιά μεγαλοπρέπεια, καμιά υπερηφάνεια.

Μόλις φτάσαμε στην κορυφή μιας ανηφόρας στο Δομοκό ξεπρόβαλε η φυλακή την οποία πλησιάζαμε.

Θύμιζε κάτι μεταξύ πυρηνικού εργοστασίου ξέρω ‘γώ και σφαγείου. Όσο κι αν ήθελα να φύγω από την εξουσία τους, λαχταρώντας σχεδόν να βρεθώ φυλακή, στη θέα της ο μυς της καρδιάς αφυδατώθηκε, σχεδόν μαράθηκε. Κρέμασε με μια κίνηση από τον αριστερό θώρακα κάπου κοντά στο στομάχι. Μια ψυχρή κτηριακή εγκατάσταση διακοσμημένη με κάθε πιθανό συνδυασμό συρματοπλέγματος, με σκοπιές περιμετρικά στη μέση μιας έρημης πεδιάδας. Σ’ αυτό το μέρος θα περάσω τα επόμενα τρία χρόνια.

Ο συνοδηγός του τζιπ γυρίζει τότε και με ενημερώνει: φτάσαμε πουτσαρά μου.
Τόσο μεγάλη αηδία μου προκάλεσε ο τρόπος που μου απευθύνθηκε, ώστε να νιώσω το μέλος του σώματος μου στο οποίο βασίστηκε αυτός ο αυθαίρετος χαρακτηρισμός να απορροφάται σχεδόν από τον οργανισμό μου και να κρύβεται στο σώμα μου, όπως συμβαίνει καμιά φορά με τις χελώνες ή τα σαλιγκάρια.

Παρέμεινα ανέκφραστος χωρίς να απαντήσω, τη στιγμή που ο εκ δεξιών μουεκαμίτης έπιασε τις χειροπέδες που οριακά ξεπρόβαλαν κάτω από την πρησμένη σάρκα των καρπών μου, πιέζοντάς τες να κουμπώσουν άλλο ένα κλικ και προκαλώντας μου ένα μικρό ηλεκτροσόκ, πετυχαίνοντας ίσως κάποιο ήδη ερεθισμένο νεύρο.

Ήταν Κυριακή νομίζω και η φυλακή δε δέχεται νεοεισερχόμενους και μεταγωγές. Για μένα θα γίνει μια εξαίρεση. Κατεβαίνουμε από το τζιπάκι για να με παραδώσουν στην εξουσία της σωφρονιστικής υπηρεσίας. Ο εκαμίτης πιέζει τις χειροπέδες μου μια τελευταία φορά. Δεν είχα φανταστεί ότι υπήρχε περιθώριο να σφίξουν κι άλλο. Το νεύρο που ξαναβρήκε στον καρπό με χτύπησε σχεδόν μέχρι το σβέρκο.

Χαμογελάει το κωλόπανο. Φαίνεται να το βρίσκει διασκεδαστικό.

Εμφανίζεται ο τότε αρχιφύλακας του καταστήματος, ένας κοντός ψαρομάλλης με μουσούδα νυφίτσας. Μαζί του σέρνει δυο υπαρχιφύλακες. Κοιτάζει τον επικεφαλής της συνοδείας μου που κατέβαινε την ίδια ώρα από άλλο αμάξι και τον ρωτάει επιτιμητικά αν ταξίδεψα έτσι. Δηλαδή με τα χέρια δεμένα πίσω. Ποτέ δεν κατάλαβα πού οφειλόταν αυτή του η ευαισθησία, καθώς όπως διαπίστωσα αργότερα επρόκειτο για μεγάλο κάθαρμα. Για έναν ανθρωποφύλακα παλιάς κοπής. Για έναν αληθινό ανθρωποφύλακα.

Η αίσθηση όταν πέρασα την πρώτη πύλη ήταν αυτή της πιο απόκοσμης εγκατάλειψης. Μια τόσο βαθιά και αληθινή θλίψη. Η ανυπομονησία να φύγω από τα χέρια των μπάτσων έδωσε τη θέση της σ’ ένα σχεδόν σαρκοβόρο αίσθημα κατάθλιψης που κατέτρωγε τα σωθικά μου. Δε βρήκα άλλους πρόχειρους, παρά μόνο προσβλητικούς χαρακτηρισμούς που μου κληροδότησε η πατριαρχία και τους εξαπέλυα βουβά ως μομφές, χωρίς κόμμα και χωρίς τελεία, σ’ αυτούς και τις μανούλες τους.

Ήταν ένα γκρι ίδρυμα σε έναν έρημο τόπο. Εκείνο το πρωτόφαντο συναίσθημα θα με συνοδεύει σε μικρότερη ένταση τα επόμενα χρόνια.

Τόσο ψύχρα Αύγουστο μήνα.

Τάσος Θεοφίλου

σχόλιο Lefteria:

Συγκλονιστική κατάθεση ψυχής τού πολιτικού κρατούμενου Τάσου Θεοφίλου ,γιατί ο Θεοφίλου τιμωρείται γιά τις ιδέες του όχι γιά τήν υποτιθέμενη ληστεία στην ΕΤΕ(δέν είναι της παρούσης να το αναλύσουμε αυτό)

Σημασία έχει πώς η εκδικητικότητα μπάτσων,κράτους είναι προφανής όποιος δέν τους γλύφει ματώνει,όποιος δέν ακολουθεί τη πεπατημένη αργοπεθαίνει….

Σε μιά υποτιθέμενη δημοκρατική χώρα οι ανθρωποφύλακες όπως στη περίοδο της χούντας εξευτελίζουν κρατούμενους προσπαθώντας να τους σπάσουν το ηθικό

Προσπαθώντας να τους λυγίσουν……μά …όπως λέει ο ποιητής «Μην καρτεράτε να λυγίσουμε μήτε για μια στιγμή,μητ’ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι
έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου